| Μοναδική σκέψη κάθε μέλλουσας μαμάς είναι να φέρει στον κόσμο ένα γερό μωράκι. Στην εποχή μας, ευτυχώς η αίσια κατάληξη της εγκυμοσύνης δεν αποτελεί μόνο ζήτημα ευχολογίου και σ’ αυτό έχει συμβάλει σημαντικά η Επιστήμη. Η Ιατρική μπορεί πλέον δώσει έγκυρες και έγκαιρα απαντήσεις στους γονείς όσον αφορά στην ανάπτυξη και την υγεία του εμβρύου.
Eξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας
Ο τομέας του προγεννητικού ελέγχου έχει εξελιχθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία και δίνει τη δυνατότητα στους ειδικούς να παρακολουθούν ενδελεχώς την εξέλιξη της ενδομήτριας ζωής του μωρού.
Η αυχενική διαφάνεια, μία από τις πρώτες εξετάσεις που περιλαμβάνει σήμερα ο προγεννητικός έλεγχος, αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία της προγεννητικής διάγνωσης. Με την εξέταση αυτή μπορούν να διαγνωσθούν σοβαρές γενετικές ανωμαλίες του εμβρύου και, κατ’ επέκταση, να προσδιοριστεί εγκαίρως αλλά και με ασφάλεια κατά πόσο το έμβρυο είναι υγιές. Σήμερα αποτελεί εξέταση ρουτίνας, αφού γίνεται σε όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωστή εφαρμογή και αποτελεσματικότητα ναι να γίνεται από γιατρό που έχει λάβει τη σχετική εκπαίδευση για τη διενέργεια της.
Δεν συνέβαινε ωστόσο το ίδιο πριν από μια δεκαετία. Τότε ο γιατρός ως μοναδικό «εργαλείο» διάγνωσης πιθανών ανωμαλιών των χρωμοσωμάτων είχε το A-test, την εξέταση αίματος που γινόταν κατά τη 16η-18η εβδομάδα της κύησης, της εξέτασης αυτής ελέγχονταν τα επίπεδα τριών βιοχημικών δεικτών στο αίμα της εγκύου: β-χορειακή γονοδοτροπίνη (β-hCV) και οιστριόλη (E3). Η αξιοπιστία αυτού του τεστ άγγιζε το 60′ και το διάστημα στο οποίο γινόταν δεν επέτρεπε ουσιαστικά καμία παρέμβαση, για παράδειγμα, τη διακοπή της κύησης σε περίπτωση που η εξέταση έδινε σοβαρές ενδείξεις για κάποια ανωμαλία στο έμβρυο.
Άρθρο από το http://www.eksosomatiki.info |